μίλι


μίλι
[мили] ουσ. о. миля.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μίλι" в других словарях:

  • μίλι — Μονάδα μέτρησης μεγάλων αποστάσεων, με διάφορες τιμές για τη θάλασσα (διεθνές ναυτικό μ.) και για την ξηρά (αγγλικό μ.). Το διεθνές ναυτικό μ. καθορίστηκε με διεθνή σύμβαση του 1929 ακριβώς σε 1.852 μ. · το αγγλικό μ. (που χρησιμοποιείται στη… …   Dictionary of Greek

  • μίλι — το (λ. λατ.), μονάδα μήκους μεγάλων αποστάσεων· το αγγλικό μίλι ισούται με 1.609,34 μ. και το ναυτικό μίλι με 1.852 μ.: Η πατρίδα του είναι μίλια μακριά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μίλι- — μετρολ. πρόθεμα τού διεθνούς συστήματος μονάδων που υποδηλώνει το ένα χιλιοστό τής μονάδας, μπροστά από την οποία τοποθετείται και έχει σύμβολο m. Ανάγεται σε λατ. milli (< λατ. mille, «χίλιοι, χίλια». Όλοι αυτοί οι τ. τού διεθνούς συστήματος… …   Dictionary of Greek

  • Μπαλακίρεφ, Μίλι Αλεξέεβιτς — (Νίζνι Νόβγκοροντ 1837 – Πετρούπολη 1910). Ρώσος μουσικός. Με τον Κούι, τον Μουσόργκσκι, τον Μποροντίν και τον Ρίμσκι Κόρσακοφ αποτέλεσαν τη λεγόμενη «Ομάδα των Πέντε». Μελέτησε τις φυσικές επιστήμες και τα μαθηματικά και πολύ νωρίς αναδείχθηκε… …   Dictionary of Greek

  • ντέρμπι — (αγγλ. derby). Ιπποδρομίες καλπασμού που διεξάγονται κάθε χρόνο τον Μάιο ή τον Ιούνιο στον ιππόδρομο του Έψομ της κομητείας Σάρεϊ της Αγγλίας, με μήκος διαδρομής ενάμισι μίλι. Το ν. (αρχικά ήταν ένα μόνο μίλι) καθιερώθηκε το 1780 από τον… …   Dictionary of Greek

  • ημίκομβος — το ναυτ. παλαιά μονάδα ίση με μισό μίλι για τη μέτρηση θαλάσσιων αποστάσεων. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. deminœuds < demi «ημι » + nœuds «κόμβοι». Η λ. στον πληθ. ημικόμβια μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον… …   Dictionary of Greek

  • κόμβος — Ναυτική μετρική μονάδα ταχύτητας που αντιστοιχεί σε ένα ναυτικό μίλι (1.852 μ.) την ώρα. Η ονομασία προέρχεται από το γεγονός ότι στα παλιά δρομόμετρα οι διαβαθμίσεις παριστάνονταν με έναν ή περισσότερους κόμπους, φτιαγμένους με σχοινάκια και… …   Dictionary of Greek

  • κόμπος — Σύνδεση που γίνεται με σχοινιά από διάφορα υλικά, για να εμποδιστεί η χαλάρωση των σχοινιών, για να συνδεθούν ή να κοντύνουν διάφορα σχοινιά, για να σχηματιστούν τοπικά εξογκώματα ή για να προσδεθούν σε κάποιο αντικείμενο. Οι κ. έχουν διάφορα… …   Dictionary of Greek

  • μίλιον — μίλιον, τὸ (ΑΜ) βλ. μίλι …   Dictionary of Greek

  • μιλιαμπέρ — Μονάδα έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος, που ισοδυναμεί με το ένα χιλιοστό του Αμπέρ (10 3 Α). Συμβολίζεται με mA. * * * το μετρολ. μονάδα έντασης ηλεκτρικού ρεύματος ίση προς το ένα χιλιοστό τού αμπέρ, με σύμβολο mΑ. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. μιλι ] …   Dictionary of Greek